synergy
sy
ˈsɪ
si
ner
nə
nē
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "synergy"στα αγγλικά

01

συνέργεια, αποτελεσματική συνεργασία

the teamwork of two people, organizations, or things that results in a greater outcome than their solo work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Their successful collaboration was a prime example of synergy in action. 

Η επιτυχημένη συνεργασία τους ήταν ένα πρωταρχικό παράδειγμα συνέργειας σε δράση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store