Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Synergy
01
συνέργεια, αποτελεσματική συνεργασία
the teamwork of two people, organizations, or things that results in a greater outcome than their solo work
Παραδείγματα
They achieved remarkable results through the synergy of their diverse skills and experiences.
Πέτυχαν αξιοσημείωτα αποτελέσματα μέσω της συνέργειας των διαφορετικών τους δεξιοτήτων και εμπειριών.



























