Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Swoosh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swooshes
Παραδείγματα
The swoosh of the broom against the floor marked the end of cleaning.
Ο θόρυβος της σκούπας στο πάτωμα σήμανε το τέλος του καθαρισμού.
to swoosh
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swoosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
swooshes
ενεστώτα μετοχή
swooshing
απλός αόριστος
swooshed
παθητική μετοχή
swooshed
Παραδείγματα
The flag swooshed in the breeze as it waved high above the building.
Η σημαία θρόιζε στο αεράκι καθώς κυματιζόταν ψηλά πάνω από το κτίριο.



























