swoosh
Pronunciation
/ˈswuʃ/

Ορισμός και σημασία του "swoosh"στα αγγλικά

01

ο σφύριγμα, ο θρόισμα

a soft, sweeping sound, often made by something moving swiftly through the air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swooshes
Παραδείγματα
The swoosh of the broom against the floor marked the end of cleaning.
Ο θόρυβος της σκούπας στο πάτωμα σήμανε το τέλος του καθαρισμού.
to swoosh
01

σφυρίζω, θροώ

to move with a soft, rushing sound, typically caused by something moving quickly through the air or water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swoosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
swooshes
ενεστώτα μετοχή
swooshing
απλός αόριστος
swooshed
παθητική μετοχή
swooshed
Παραδείγματα
The flag swooshed in the breeze as it waved high above the building.
Η σημαία θρόιζε στο αεράκι καθώς κυματιζόταν ψηλά πάνω από το κτίριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store