swoosh
swoosh
swʊʃ
σουουσ
swosh

Ορισμός και σημασία του "swoosh"στα αγγλικά

01

ο σφύριγμα, ο θρόισμα

a soft, sweeping sound, often made by something moving swiftly through the air 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
swooshes
Παραδείγματα
The swoosh of the basketball through the net was heard clearly. 

Το swoosh της μπάλας του μπάσκετ που περνάει από το δίχτυ ακούστηκε καθαρά.

to swoosh
01

σφυρίζω, θροώ

to move with a soft, rushing sound, typically caused by something moving quickly through the air or water 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swoosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
swooshes
ενεστώτα μετοχή
swooshing
απλός αόριστος
swooshed
παθητική μετοχή
swooshed
Παραδείγματα
The basketball player made a perfect shot, and the ball swooshed through the net. 

Ο μπασκετμπολίστας έκανε μια τέλεια βολή, και η μπάλα θρόισε μέσα από το δίχτυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store