Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swoon
01
λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου
to lose consciousness temporarily, often due to strong emotion, heat, or exhaustion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
swoons
ενεστώτα μετοχή
swooning
απλός αόριστος
swooned
παθητική μετοχή
swooned
Παραδείγματα
The audience swooned at the sight of the breathtaking sunset over the ocean.
Το κοινό λιποθύμησε στη θέα του εντυπωσιακού ηλιοβασιλέματος πάνω από τον ωκεανό.
Swoon
01
λιποθυμία, συγκοπή
a brief fainting or losing consciousness, often due to strong emotions or physical weakness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swoons
Παραδείγματα
The dramatic scene in the play caused several audience members to swoon.
Η δραματική σκηνή στο έργο προκάλεσε αρκετούς θεατές να λιποθυμήσουν.
Λεξικό Δέντρο
swooning
swoon



























