Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swoon
01
λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου
to lose consciousness temporarily, often due to strong emotion, heat, or exhaustion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
swoons
ενεστώτα μετοχή
swooning
απλός αόριστος
swooned
παθητική μετοχή
swooned
Παραδείγματα
She swooned with delight upon receiving the surprise gift.
Αυτή λιποθύμησε από χαρά όταν έλαβε το δώρο έκπληξη.
Swoon
01
λιποθυμία, συγκοπή
a brief fainting or losing consciousness, often due to strong emotions or physical weakness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swoons
Παραδείγματα
The sight of her hero made her fall into a swoon.
Η θέα του ήρωά της την έκανε να πέσει σε λιποθυμία.
Λεξικό Δέντρο
swooning
swoon



























