swollen
swo
ˈswəʊ
svew
llen
lən
lēn
stollen

Ορισμός και σημασία του "swollen"στα αγγλικά

01

πρησμένος, φουσκωμένος

(of a part of the body) unusually large, particularly because of an injury or illness 
swollen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most swollen
συγκριτικός βαθμός
more swollen
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After twisting her ankle, Sarah's foot became swollen and painful. 

Αφού στρίψει τον αστράγαλό της, το πόδι της Σάρα έγινε πρησμένο και επώδυνο.

02

φουσκωμένος, αλαζονικός

displaying inflated self-importance or vanity 
Παραδείγματα
His swollen ego made him unbearable to work with. 

Το φουσκωμένο εγώ του τον έκανε αφόρητο να συνεργαστείς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store