Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to switch on
01
ανάβω, ενεργοποιώ
to make something start working usually by flipping a switch
Transitive: to switch on a device or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
switch
ενεστώτας
switch on
γ΄ ενικό πρόσωπο
switches on
ενεστώτα μετοχή
switching on
απλός αόριστος
switched on
παθητική μετοχή
switched on
Παραδείγματα
As soon as she entered the room, she switched the lights on.
Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, άναψε τα φώτα.



























