Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swish
γ΄ ενικό πρόσωπο
swishes
ενεστώτα μετοχή
swishing
απλός αόριστος
swished
παθητική μετοχή
swished
Παραδείγματα
The curtain swished open as the performer entered.
Η κουρτίνα θρόιζε καθώς άνοιγε με την είσοδο του καλλιτέχνη.
02
κινώ γρήγορα, σκουπίζω
to cause to move quickly and smoothly, often producing a soft, hissing sound
Transitive
Παραδείγματα
He swished the broom across the floor.
Πέρασε τη σκούπα στο πάτωμα.
03
σβήνω, σκοράρω χωρίς να αγγίξω το στεφάνι ή τον πίνακα
to make a shot in basketball where the ball goes through the hoop without touching the rim or backboard
Παραδείγματα
He swished a three-pointer from the corner.
Έκανε ένα τρίποντο με swish από τη γωνία.
Swish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swishes
Παραδείγματα
The swish of the basketball through the net was satisfying.
Ο θόρυβος της μπάλας του μπάσκετ που περνάει από το δίχτυ ήταν ικανοποιητικός.
02
πουστής, αρχιπούστης
a gay man, often implying stereotypical feminine traits
Παραδείγματα
He was often called a "swish" by his classmates, but he didn't let it bother him.
Συχνά τον αποκαλούσαν "swish" οι συμμαθητές του, αλλά δεν το άφηνε να τον ενοχλεί.
swish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
swishest
συγκριτικός βαθμός
swisher
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a swish cocktail dress to the party, catching everyone's attention with its trendy design.
Φόρεσε ένα κομψό κοκτέιλ φόρεμα στο πάρτι, τραβώντας την προσοχή όλων με το μοντέρνο σχέδιό του.



























