to swerve
swerve
swɜ:v
svēv
serve

Ορισμός και σημασία του "swerve"στα αγγλικά

to swerve
01

αλλάζω απότομα κατεύθυνση, αποφεύγω με απότομη αλλαγή πορείας

to change direction suddenly, often to avoid something or someone in the way 
Intransitive: to swerve | to swerve to a direction
to swerve definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swerve
γ΄ ενικό πρόσωπο
swerves
ενεστώτα μετοχή
swerving
απλός αόριστος
swerved
παθητική μετοχή
swerved
Παραδείγματα
The driver had to swerve suddenly to avoid hitting a deer that unexpectedly crossed the road. 

Ο οδηγός έπρεπε να στρίψει απότομα για να αποφύγει να χτυπήσει ένα ελάφι που διέσχισε απροσδόκητα το δρόμο.

02

εκτρέπομαι, στρίβω απότομα

to turn something aside or cause it to deviate from its original path or direction 
Transitive: to swerve a moving object or vehicle
Παραδείγματα
The air traffic controller instructed the pilot to swerve the plane to the right to avoid potential turbulence. 

Ο ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας διέταξε τον πιλότο να εκτρέψει το αεροπλάνο προς τα δεξιά για να αποφύγει πιθανές αναταράξεις.

03

αποφεύγω, ξεφεύγω

to deliberately avoid someone or something, often in a social context 
αργκό
Παραδείγματα
If I see that guy at the party, I'm just going to swerve him. 

Αν δω αυτόν τον τύπο στο πάρτι, απλά θα τον αποφύγω.

01

απότομη στροφή, απόκλιση

the act of turning aside suddenly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swerves
02

ακανόνιστη απόκλιση, απότομη στροφή

an erratic deflection from an intended course 

Λεξικό Δέντρο

swerving
swerve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store