Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swerve
01
αλλάζω απότομα κατεύθυνση, αποφεύγω με απότομη αλλαγή πορείας
to change direction suddenly, often to avoid something or someone in the way
Intransitive: to swerve | to swerve to a direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swerve
γ΄ ενικό πρόσωπο
swerves
ενεστώτα μετοχή
swerving
απλός αόριστος
swerved
παθητική μετοχή
swerved
Παραδείγματα
The skier swerved expertly to avoid a collision with another skier.
Ο σκιέρ στράφηκε επιδέξια για να αποφύγει μια σύγκρουση με άλλο σκιέρ.
02
εκτρέπομαι, στρίβω απότομα
to turn something aside or cause it to deviate from its original path or direction
Transitive: to swerve a moving object or vehicle
Παραδείγματα
The ski instructor taught beginners how to swerve their skis to control speed.
Ο εκπαιδευτής σκι δίδαξε στους αρχάριους πώς να εκτρέπουν τα σκι τους για να ελέγχουν την ταχύτητα.
03
αποφεύγω, ξεφεύγω
to deliberately avoid someone or something, often in a social context
slang
Παραδείγματα
Do n't take it personally if she swerves your texts; she's busy.
Μην το παίρνεις προσωπικά αν αποφεύγει τα μηνύματά σου· είναι απασχολημένη.
Swerve
01
απότομη στροφή, απόκλιση
the act of turning aside suddenly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swerves
02
ακανόνιστη απόκλιση, απότομη στροφή
an erratic deflection from an intended course
Λεξικό Δέντρο
swerving
swerve



























