Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
biannually
01
διετησίως, μία φορά κάθε δύο χρόνια
once every two years
Παραδείγματα
The organization hosts fundraising events biannually to support charitable causes.
Ο οργανισμός διοργανώνει εκδηλώσεις συγκέντρωσης κεφαλαίων διετησίως για την υποστήριξη φιλανθρωπικών σκοπών.
02
εξαμηνιαία, δύο φορές το χρόνο
once every six months
Παραδείγματα
The research project is evaluated biannually to assess progress and make adjustments to the study design.
Το ερευνητικό έργο αξιολογείται εξαμηνιαία για να αξιολογηθεί η πρόοδος και να γίνουν προσαρμογές στο σχεδιασμό της μελέτης.
Λεξικό Δέντρο
biannually
annually
annual
annu



























