Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bias
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We need to be aware of our bias when making choices.
Πρέπει να γνωρίζουμε την προκατάληψή μας όταν κάνουμε επιλογές.
02
πλάγιος, διαγώνιος
a diagonal line across a fabric, typically running at a 45-degree angle to the grain of the fabric, often used for cutting to allow stretch or flexibility
Παραδείγματα
She chose to cut the fabric on the bias to give the skirt a soft, flowing effect.
Επέλεξε να κόψει το ύφασμα στη λοξή για να δώσει στη φούστα ένα απαλό, ρέον εφέ.
to bias
01
επηρεάζω με προκατάληψη, χειρίζομαι με προκατάληψη
to unfairly influence or manipulate something or someone in favor of one particular opinion or point of view
Transitive: to bias sb/sth
Παραδείγματα
The advertising campaign was designed to bias consumers towards buying their product over competitors'.
Η διαφημιστική καμπάνια σχεδιάστηκε για να προσανατολίσει τους καταναλωτές να αγοράζουν το προϊόν τους αντί για αυτό των ανταγωνιστών.
02
πολώνω, προκαταβάλλω
to apply a small amount of electrical voltage to a component to control its behavior
Transitive: to bias an electric component
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bias
γ΄ ενικό πρόσωπο
biases
ενεστώτα μετοχή
biasing
απλός αόριστος
biased
παθητική μετοχή
biased
Παραδείγματα
He carefully biased each component to avoid unexpected fluctuations in output.
Προσεκτικά προέκλινε κάθε στοιχείο για να αποφύγει απροσδόκητες διακυμάνσεις στην έξοδο.
bias
01
λοξός, διαγώνιος
cut or positioned diagonally across the threads of a fabric rather than along the warp or weft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Bias edges of the scarf curled slightly.
Οι μπάιας άκρες του κασκόλ κυρτώθηκαν ελαφρά.



























