supportive
su
ppor
ˈpɔ:
paw
tive
tɪv
tiv
abortive

Ορισμός και σημασία του "supportive"στα αγγλικά

supportive
01

υποστηρικτικός, ενθαρρυντικός

giving encouragement or providing help 
supportive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most supportive
συγκριτικός βαθμός
more supportive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, relationships, assistance
Παραδείγματα
Her family was incredibly supportive during her recovery from surgery, providing assistance and encouragement every step of the way. 

Η οικογένειά της ήταν απίστευτα υποστηρικτική κατά την ανάρρωσή της μετά από τη χειρουργική επέμβαση, παρέχοντας βοήθεια και ενθάρρυνση σε κάθε βήμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unsupportive
supportive
support
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store