Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supportive
01
υποστηρικτικός, ενθαρρυντικός
giving encouragement or providing help
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most supportive
συγκριτικός βαθμός
more supportive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her family was incredibly supportive during her recovery from surgery, providing assistance and encouragement every step of the way.
Η οικογένειά της ήταν απίστευτα υποστηρικτική κατά την ανάρρωσή της μετά από τη χειρουργική επέμβαση, παρέχοντας βοήθεια και ενθάρρυνση σε κάθε βήμα.
Λεξικό Δέντρο
unsupportive
supportive
support



























