supportive
Pronunciation
/səˈpɔrtɪv/

Ορισμός και σημασία του "supportive"στα αγγλικά

supportive
01

υποστηρικτικός, ενθαρρυντικός

giving encouragement or providing help
supportive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most supportive
συγκριτικός βαθμός
more supportive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The therapy dog provided supportive companionship to patients in the hospital, offering comfort and emotional support.
Ο θεραπευτικός σκύλος παρείχε υποστηρικτική συντροφιά στους ασθενείς στο νοσοκομείο, προσφέροντας άνεση και συναισθηματική υποστήριξη.

Λεξικό Δέντρο

unsupportive
supportive
support
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store