Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supercilious
01
υπεροπτικός, αλαζονικός
treating others as if one is superior to them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most supercilious
συγκριτικός βαθμός
more supercilious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His supercilious remarks made everyone at the meeting uncomfortable.
Οι αυθάδεις παρατηρήσεις του έκαναν όλους στη συνάντηση να νιώθουν άβολα.
1.1
υπεροπτικός, περιφρονητικός
showing contempt or disdain through an attitude of superiority
Παραδείγματα
At the conference, he adopted a supercilious attitude, belittling the contributions of his peers.
Στο συνέδριο, υιοθέτησε μια αυθάδης στάση, υποτιμώντας τις συνεισφορές των συνομηλίκων του.
Λεξικό Δέντρο
superciliously
superciliousness
supercilious



























