Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suntanned
01
μαυρισμένος από τον ήλιο, ηλιοκαμένος
(of a person's skin) having a dark color after being exposed to the sun
Παραδείγματα
He admired his suntanned arms in the mirror, proud of the hours he had spent working outdoors.
Θαύμαζε τα μαυρισμένα από τον ήλιο μπράτσα του στον καθρέφτη, περήφανος για τις ώρες που είχε περάσει δουλεύοντας έξω.
Λεξικό Δέντρο
suntanned
suntan



























