Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suntanned
01
μαυρισμένος από τον ήλιο, ηλιοκαμένος
(of a person's skin) having a dark color after being exposed to the sun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suntanned
συγκριτικός βαθμός
more suntanned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His suntanned face and arms were evidence of his love for outdoor activities like hiking and swimming.
Το μαυρισμένο πρόσωπο και τα χέρια του ήταν απόδειξη της αγάπης του για τις υπαίθριες δραστηριότητες όπως η πεζοπορία και η κολύμβηση.
Λεξικό Δέντρο
suntanned
suntan



























