sullen
su
ˈsə
σα
llen
lən
λαν
/sˈʌlən/

Ορισμός και σημασία του "sullen"στα αγγλικά

01

βλοσυρός, συνεσμένος

bad-tempered, gloomy, and usually silent
sullen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sullen
συγκριτικός βαθμός
more sullen
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His sullen demeanor made it clear he was n't happy about the decision, but he said nothing.
Η βλοσυρή του συμπεριφορά έκανε σαφές ότι δεν ήταν ευχαριστημένος με την απόφαση, αλλά δεν είπε τίποτα.
02

σκοτεινός, βλοσυρός

(of the sky ) dark and gloomy, often threateningly so
Παραδείγματα
The sullen weather perfectly matched his melancholy mood.
Ο σκοτεινός καιρός ταίριαζε απόλυτα στη μελαγχολική του διάθεση.

Λεξικό Δέντρο

sullenly
sullenness
sullen
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store