Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sulk
01
συνοφρυώνομαι, κάνω την πικρή
to be in a bad mood and to remain silent and resentful due to feeling upset, angry, or disappointed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
sulk
γ΄ ενικό πρόσωπο
sulks
ενεστώτα μετοχή
sulking
απλός αόριστος
sulked
παθητική μετοχή
sulked
Παραδείγματα
He decided to sulk in his room after the argument.
Αποφάσισε να βγάζει τα ψυχικά του στο δωμάτιό του μετά τη διαμάχη.
Sulk
01
συχώρεμα, γκρίνια
a state or show of silent, sullen bad temper, marked by withdrawal from interaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sulks
Παραδείγματα
He's been in a sulk ever since they canceled the trip.
Είναι σε κακία από τότε που ακύρωσαν το ταξίδι.



























