Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sulfur
01
θείο, θείο
an abundant tasteless odorless multivalent nonmetallic element; best known in yellow crystals; occurs in many sulphide and sulphate minerals and even in native form (especially in volcanic regions)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to sulfur
01
θεραπεύω με θείο, επεξεργάζομαι με θείο
treat with sulphur in order to preserve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sulfur
γ΄ ενικό πρόσωπο
sulfurs
ενεστώτα μετοχή
sulfuring
απλός αόριστος
sulfured
παθητική μετοχή
sulfured
Λεξικό Δέντρο
sulfuric
sulfurous
sulfur



























