suited
sui
ˈsu
σου
ted
tɪd
τιντ
/sˈuːtɪd/

Ορισμός και σημασία του "suited"στα αγγλικά

01

κατάλληλος, ταιριαστός

fitting for a specific purpose, situation, or person
suited definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suited
συγκριτικός βαθμός
more suited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His problem-solving skills are suited for complex projects.
Οι δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων του είναι κατάλληλες για πολύπλοκα έργα.
02

ντυμένος, με κοστούμι

dressed in formal or specific matching clothing
Παραδείγματα
A grey-suited woman stepped onto the stage with quiet confidence.
Μια γυναίκα με γκρι κοστούμι ανέβηκε στη σκηνή με ήσυχη αυτοπεποίθηση.

Λεξικό Δέντρο

unsuited
suited
suit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store