Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suited
01
κατάλληλος, ταιριαστός
fitting for a specific purpose, situation, or person
Παραδείγματα
His problem-solving skills are suited for complex projects.
Οι δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων του είναι κατάλληλες για πολύπλοκα έργα.
02
ντυμένος, με κοστούμι
dressed in formal or specific matching clothing
Παραδείγματα
A grey-suited woman stepped onto the stage with quiet confidence.
Μια γυναίκα με γκρι κοστούμι ανέβηκε στη σκηνή με ήσυχη αυτοπεποίθηση.
Λεξικό Δέντρο
unsuited
suited
suit



























