Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suggestible
01
επιρρεπής σε υποδείξεις, εύκολα επηρεάσιμος
easily influenced or open to suggestion and reccomendation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suggestible
συγκριτικός βαθμός
more suggestible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The suggestible young girl was swayed by her friends to join the new club at school, even though she initially hesitated.
Η προσβλητική νεαρή κοπέλα επηρεάστηκε από τους φίλους της να μπει στο νέο κλαμπ στο σχολείο, αν και αρχικά δίσταζε.
Λεξικό Δέντρο
suggestibility
suggestible
suggest



























