Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to suffice
01
αρκώ, είμαι αρκετός
to be enough or adequate for a particular purpose or requirement
Παραδείγματα
The basic features of the software suffice for most users' needs.
Οι βασικές λειτουργίες του λογισμικού αρκούν για τις ανάγκες των περισσότερων χρηστών.
02
αρκώ, είμαι αρκετός
to be sufficient to meet a person's standards, needs, or desires
Παραδείγματα
This modest salary wo n’t suffice him.
Αυτός ο μέτριος μισθός δεν θα του επαρκέσει.



























