Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to suffice
01
αρκώ, είμαι αρκετός
to be enough or adequate for a particular purpose or requirement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
suffice
γ΄ ενικό πρόσωπο
suffices
ενεστώτα μετοχή
sufficing
απλός αόριστος
sufficed
παθητική μετοχή
sufficed
Παραδείγματα
A simple explanation will suffice to clarify the misunderstanding.
Μια απλή εξήγηση θα αρκέσει για να ξεκαθαρίσει την παρεξήγηση.
02
αρκώ, είμαι αρκετός
to be sufficient to meet a person's standards, needs, or desires
Παραδείγματα
Simple compliments won’t suffice him; he expects genuine praise.
Οι απλοί κομπλιμέντες δεν θα του αρκέσουν· περιμένει ειλικρινές έπαινο.



























