to suffice
su
ffice
ˈfaɪs
fais
conciseprecisegneissentice

Ορισμός και σημασία του "suffice"στα αγγλικά

to suffice
01

αρκώ, είμαι αρκετός

to be enough or adequate for a particular purpose or requirement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
suffice
γ΄ ενικό πρόσωπο
suffices
ενεστώτα μετοχή
sufficing
απλός αόριστος
sufficed
παθητική μετοχή
sufficed
Παραδείγματα
A simple explanation will suffice to clarify the misunderstanding. 

Μια απλή εξήγηση θα αρκέσει για να ξεκαθαρίσει την παρεξήγηση.

02

αρκώ, είμαι αρκετός

to be sufficient to meet a person's standards, needs, or desires 
Παραδείγματα
Simple compliments won’t suffice him; he expects genuine praise. 

Οι απλοί κομπλιμέντες δεν θα του αρκέσουν· περιμένει ειλικρινές έπαινο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store