to suffice
Pronunciation
/səˈfaɪs/

Ορισμός και σημασία του "suffice"στα αγγλικά

to suffice
01

αρκώ, είμαι αρκετός

to be enough or adequate for a particular purpose or requirement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
suffice
γ΄ ενικό πρόσωπο
suffices
ενεστώτα μετοχή
sufficing
απλός αόριστος
sufficed
παθητική μετοχή
sufficed
Παραδείγματα
The basic features of the software suffice for most users' needs.
Οι βασικές λειτουργίες του λογισμικού αρκούν για τις ανάγκες των περισσότερων χρηστών.
02

αρκώ, είμαι αρκετός

to be sufficient to meet a person's standards, needs, or desires
Παραδείγματα
This modest salary wo n’t suffice him.
Αυτός ο μέτριος μισθός δεν θα του επαρκέσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store