Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stylishness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her stylishness was evident in her effortlessly chic outfits that turned heads everywhere.
Η στυλάτο της ήταν εμφανές στα άνετα chic ρούχα της που γύριζαν κεφάλια παντού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stylishness
stylish
style



























