stylistic
sty
staɪ
stai
lis
ˈlɪs
lis
tic
tɪk
tik
statistic

Ορισμός και σημασία του "stylistic"στα αγγλικά

01

στυλιστικός, σχετικός με το ύφος

connected with literary or artistic style 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most stylistic
συγκριτικός βαθμός
more stylistic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novelist's stylistic choices, such as vivid imagery and complex metaphors, contributed to the richness of the narrative. 

Οι στυλιστικές επιλογές του μυθιστοριογράφου, όπως ζωηρές εικόνες και πολύπλοκες μεταφορές, συνέβαλαν στον πλούτο της αφήγησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store