Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stylistic
01
στυλιστικός, σχετικός με το ύφος
connected with literary or artistic style
Παραδείγματα
The architect 's stylistic innovations, such as the use of sustainable materials and organic forms, reflected a commitment to both functionality and aesthetics.
Οι στυλιστικές καινοτομίες του αρχιτέκτονα, όπως η χρήση βιώσιμων υλικών και οργανικών μορφών, αντικατοπτρίζουν μια δέσμευση τόσο στη λειτουργικότητα όσο και στην αισθητική.
Λεξικό Δέντρο
stylistic
stylist
style



























