Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stylistic
01
στυλιστικός, σχετικός με το ύφος
connected with literary or artistic style
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most stylistic
συγκριτικός βαθμός
more stylistic
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
literature, art, language
Παραδείγματα
The novelist's stylistic choices, such as vivid imagery and complex metaphors, contributed to the richness of the narrative.
Οι στυλιστικές επιλογές του μυθιστοριογράφου, όπως ζωηρές εικόνες και πολύπλοκες μεταφορές, συνέβαλαν στον πλούτο της αφήγησης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stylistic
stylist
style



























