stylistic
Pronunciation
/staɪˈɫɪstɪk/

Ορισμός και σημασία του "stylistic"στα αγγλικά

01

στυλιστικός, σχετικός με το ύφος

connected with literary or artistic style
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The architect 's stylistic innovations, such as the use of sustainable materials and organic forms, reflected a commitment to both functionality and aesthetics.
Οι στυλιστικές καινοτομίες του αρχιτέκτονα, όπως η χρήση βιώσιμων υλικών και οργανικών μορφών, αντικατοπτρίζουν μια δέσμευση τόσο στη λειτουργικότητα όσο και στην αισθητική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store