stylized
sty
ˈstaɪ
σται
lized
laɪzd
λαιζντ
stylised

Ορισμός και σημασία του "stylized"στα αγγλικά

01

στυλιζαρισμένος, καλλιτεχνικός

using artistic forms and conventions to create effects; not natural or spontaneous 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stylized
συγκριτικός βαθμός
more stylized
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
art, expression, aesthetics

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stylized
stylize
style
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store