stylishness
sty
ˈstaɪ
σται
lish
lɪʃ
λισ
ness
nəs
νασ
/stˈaɪlɪʃnəs/

Ορισμός και σημασία του "stylishness"στα αγγλικά

01

στυλ, κομψότητα

the quality of being fashionable and having style
stylishness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her stylishness was n't about trends; it was about confidence and timeless fashion.
Η στυλάτο της δεν αφορούσε τις τάσεις· αφορούσε την αυτοπεποίθηση και την διαχρονική μόδα.

Λεξικό Δέντρο

stylishness
stylish
style
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store