Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stymie
01
εμποδίζω, παρακωλύω
to prevent the occurrence or achievement of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stymie
γ΄ ενικό πρόσωπο
stymies
ενεστώτα μετοχή
stymying
απλός αόριστος
stymied
παθητική μετοχή
stymied
Παραδείγματα
The unexpected technical issues stymied the team's efforts to launch the product on time.
Τα απρόσμενα τεχνικά προβλήματα εμπόδισαν τις προσπάθειες της ομάδας να κυκλοφορήσει το προϊόν εγκαίρως.



























