Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stymie
01
εμποδίζω, παρακωλύω
to prevent the occurrence or achievement of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stymie
γ΄ ενικό πρόσωπο
stymies
ενεστώτα μετοχή
stymying
απλός αόριστος
stymied
παθητική μετοχή
stymied
Παραδείγματα
The shortage of skilled workers could stymie the industry's growth potential.
Η έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων θα μπορούσε να εμποδίσει τις δυνατότητες ανάπτυξης της βιομηχανίας.



























