Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stymie
01
εμποδίζω, παρακωλύω
to prevent the occurrence or achievement of something
Παραδείγματα
The shortage of skilled workers could stymie the industry's growth potential.
Η έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων θα μπορούσε να εμποδίσει τις δυνατότητες ανάπτυξης της βιομηχανίας.



























