to stymie
Pronunciation
/ˈstaɪmi/
stymy

Ορισμός και σημασία του "stymie"στα αγγλικά

to stymie
01

εμποδίζω, παρακωλύω

to prevent the occurrence or achievement of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stymie
γ΄ ενικό πρόσωπο
stymies
ενεστώτα μετοχή
stymying
απλός αόριστος
stymied
παθητική μετοχή
stymied
Παραδείγματα
The shortage of skilled workers could stymie the industry's growth potential.
Η έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων θα μπορούσε να εμποδίσει τις δυνατότητες ανάπτυξης της βιομηχανίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store