suasion
sua
ˈsweɪ
svei
sion
ʒən
zhēn
evasiongaysianafrasianoccasion

Ορισμός και σημασία του "suasion"στα αγγλικά

01

πειθώ, επιρροή

the act of persuading someone to do something through influence, rather than force 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He practiced the art of suasion, always using charm and reason to win people over. 

Πρακτούσε την τέχνη της πειθούς, χρησιμοποιώντας πάντα γοητεία και λογική για να κερδίζει τους ανθρώπους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dissuasion
suasion
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store