stuntman
stunt
ˈstʌnt
stant
man
mæn
mān
stunt man

Ορισμός και σημασία του "stuntman"στα αγγλικά

01

κασκαντέρ, αντικαταστάτης

a person who performs dangerous or difficult actions in place of actors in movies or shows 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
stuntmen
αρσενικό ενικό
stuntman
θηλυκό ενικό
stuntwoman
neutral form
stunt performer
Παραδείγματα
The stuntman practiced his fall from the horse all day. 

Ο κασκαντέρ εξασκήθηκε στην πτώση του από το άλογο όλη μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store