streaked
streaked
stri:kt
strikt
stressedstreambed

Ορισμός και σημασία του "streaked"στα αγγλικά

01

ριγωτός, γραμμωτός

marked with long, thin lines or bands of a different color or texture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most streaked
συγκριτικός βαθμός
more streaked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sky was streaked with vibrant colors at sunset. 

Ο ουρανός ήταν ριγέ με ζωηρά χρώματα κατά τη δύση του ηλίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store