streaked
Pronunciation
/ˈstɹikt/

Ορισμός και σημασία του "streaked"στα αγγλικά

01

ριγωτός, γραμμωτός

marked with long, thin lines or bands of a different color or texture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most streaked
συγκριτικός βαθμός
more streaked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sunset painted the horizon with streaked shades of orange and pink.
Το ηλιοβασίλεμα ζωγράφισε τον ορίζοντα με ριγέ αποχρώσεις πορτοκαλιού και ροζ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store