Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stray
01
περιπλανιέμαι, αλητεύω
to move aimlessly or wander without a specific goal or destination
Intransitive: to stray somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
stray
γ΄ ενικό πρόσωπο
strays
ενεστώτα μετοχή
straying
απλός αόριστος
strayed
παθητική μετοχή
strayed
Παραδείγματα
Without a set agenda, the tourists strayed through the bustling market, sampling local delicacies.
Χωρίς συγκεκριμένη ατζέντα, οι τουρίστες περιφέρονταν στην πολυσύχναστη αγορά, δοκιμάζοντας ντόπια λιχουδιές.
02
ξεστρατίζω, αποκλίνω
to wander off or deviate from the intended or established path
Intransitive: to stray | to stray from a path
Παραδείγματα
The lost driver realized he had strayed from the highway and ended up on a rural road.
Ο χαμένος οδηγός συνειδητοποίησε ότι είχε ξεφύγει από την εθνική οδό και κατέληξε σε ένα αγροτικό δρόμο.
03
αποκλίνω, ξεστρατίζω
to lose focus or deviate from the main subject or discussion
Intransitive: to stray from a subject | to stray into a subject
Παραδείγματα
The editorial team had to edit out sections of the article that strayed too far from the intended theme.
Η ομάδα επιμέλειας έπρεπε να επεξεργαστεί τμήματα του άρθρου που αποκλίνουν πολύ από το επιδιωκόμενο θέμα.
stray
01
διάσπαρτος, αραιός
not close together in time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
strayest
συγκριτικός βαθμός
strayer
διαβαθμίσιμο
02
αδέσποτο, χαμένο
(with reference to an animal) lost or wandered away from its home or natural habitat
03
αποπλανημένος, χαμένος
away from the correct or intended place
Παραδείγματα
A stray ball rolled across the street.
Μια χαμένη μπάλα κυλήθηκε στον δρόμο.
Stray
01
αδέσποτο ζώο, χαμένο ζώο
a domestic animal that is lost, abandoned or wandering without an owner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strays
Λεξικό Δέντρο
strayer
straying
stray



























