bestial
bes
ˈbɛs
μπεσ
tial
ʧəl
τσαλ
/bˈɛstjə‍l/

Ορισμός και σημασία του "bestial"στα αγγλικά

01

κτηνώδης, απάνθρωπος

behaving in a savage, animal-like, or inhumane manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bestial
συγκριτικός βαθμός
more bestial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Witnesses described the attack as bestial and merciless.
Οι μάρτυρες περιέγραψαν την επίθεση ως κτηνώδη και αμείλικτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store