Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stranger
01
ξένος, άγνωστος
someone who is not familiar with a place because it is the first time they have ever been there
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strangers
Παραδείγματα
Sorry, I don't know where the bank is. I'm a stranger here myself.
Συγγνώμη, δεν ξέρω πού είναι η τράπεζα. Είμαι κι εγώ ένας ξένος εδώ.
02
ξένος, άγνωστος
an individual that one is not acquainted with



























