stout
stout
staʊt
stawt
scoutsnoutshoutspout

Ορισμός και σημασία του "stout"στα αγγλικά

01

χοντρός, στέρεος

(of a person) slightly fat and heavy 
stout definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stoutest
συγκριτικός βαθμός
stouter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stout man lumbered down the street, his heavyset figure moving with determination. 

Ο χοντρός άνδρας περπατούσε βαριά στον δρόμο, η σταθερή του φιγούρα κινούνταν με αποφασιστικότητα.

02

στερεός, ανθεκτικός

reliably strong, solid, or dependable 
Παραδείγματα
The bridge is stout and can bear heavy loads. 

Η γέφυρα είναι στερεή και μπορεί να αντέξει βαριά φορτία.

03

γερός, ανθεκτικός

physically strong and tough, able to endure hard work or harsh conditions 
Παραδείγματα
The stout lumberjack could chop wood for hours without tiring. 

Ο στέρεος υλοτόμος μπορούσε να κόβει ξύλα για ώρες χωρίς να κουράζεται.

01

stout, ισχυρή μαύρη μπύρα

a strong, dark, heavy-bodied ale brewed from pale malt and roasted unmalted or caramelized barley, often with hops 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stouts
Παραδείγματα
He ordered a pint of stout at the pub. 

Παρήγγειλε μια πίντα stout στο παμπ.

02

μεγάλο μέγεθος, μέγεθος για βαριά άτομα

a clothing size intended for a large or heavy person 
Παραδείγματα
Clothing labeled stout is meant for broader builds. 

Τα ρούχα με την ένδειξη stout προορίζονται για ευρύτερες κατασκευές.

Λεξικό Δέντρο

stoutly
stoutness
stout
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store