stingy
stin
ˈstɪn
στιν
gy
ʤi
τζι
stringyswingystinky

Ορισμός και σημασία του "stingy"στα αγγλικά

01

τσιγκούνης, φιλάργυρος

unwilling to spend or give away money or resources 
stingy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stingiest
συγκριτικός βαθμός
stingier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, finance
Παραδείγματα
He was so stingy that he wouldn't even buy a coffee for his friend. 

Ήταν τόσο τσιγκούνης που δεν θα αγόραζε ούτε έναν καφέ για τον φίλο του.

02

τσιγκούνης, φιλάργυρος

deficient in amount or quality or extent 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stingily
stinginess
stingy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store