Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stick out
[phrase form: stick]
01
ξεχωρίζω, κυριαρχώ
to be easily noticed, often due to being different from the surrounding elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks out
ενεστώτα μετοχή
sticking out
απλός αόριστος
stuck out
παθητική μετοχή
stuck out
Παραδείγματα
The brightly colored hair of the teenager made her stick out in the conservative school environment.
Τα έντονα χρωματισμένα μαλλιά της εφήβου την έκαναν να ξεχωρίζει στο συντηρητικό σχολικό περιβάλλον.
02
προεξέχω, ξεχωρίζω
to extend beyond the surface or edge of something
Παραδείγματα
A small island was sticking out in the middle of the lake.
Ένα μικρό νησί προεξείχε στη μέση της λίμνης.
03
ανέχομαι, υπομένω
to tolerate something or someone unpleasant
Παραδείγματα
The students could n't stick out the boring lecture and left early.
Οι μαθητές δεν μπορούσαν να αντέξουν την βαρετή διάλεξη και έφυγαν νωρίς.



























