stationary
Pronunciation
/ˈsteɪʃəˌnɛɹi/

Ορισμός και σημασία του "stationary"στα αγγλικά

stationary
01

ακίνητος, σταθερός

not moving or changing position
stationary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stationary
συγκριτικός βαθμός
more stationary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stationary car blocked the entrance to the parking lot.
Το ακίνητο αυτοκίνητο μπλόκαρε την είσοδο του πάρκινγκ.
02

στάσιμος, αμετάβλητος

not changing or developing
Παραδείγματα
The economy has been in a stationary state, with no significant changes in employment or production levels.
Η οικονομία βρισκόταν σε μια στάσιμη κατάσταση, χωρίς σημαντικές αλλαγές στα επίπεδα απασχόλησης ή παραγωγής.

Λεξικό Δέντρο

stationariness
stationary
stationar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store