Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stationary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stationary
συγκριτικός βαθμός
more stationary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stationary car blocked the entrance to the parking lot.
Το ακίνητο αυτοκίνητο μπλόκαρε την είσοδο του πάρκινγκ.
02
στάσιμος, αμετάβλητος
not changing or developing
Παραδείγματα
The economy has been in a stationary state, with no significant changes in employment or production levels.
Η οικονομία βρισκόταν σε μια στάσιμη κατάσταση, χωρίς σημαντικές αλλαγές στα επίπεδα απασχόλησης ή παραγωγής.
Λεξικό Δέντρο
stationariness
stationary
stationar



























