benefice
be
ˈbɛ
be
ne
ni
fice
fɪs
fis
boniface

Ορισμός και σημασία του "benefice"στα αγγλικά

01

οφέλος, εκκλησιαστικό αξίωμα με εισόδημα

an endowed church office giving income to its holder 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
benefices
to benefice
01

ωφελούμαι, λαμβάνω ένα οφφίκιο

a job in the Church that comes with property and money in exchange for looking after the people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
benefice
γ΄ ενικό πρόσωπο
benefices
ενεστώτα μετοχή
beneficing
απλός αόριστος
beneficed
παθητική μετοχή
beneficed
Παραδείγματα
John received a benefice, so now he lives in the church house and gets paid for his duties. 

Ο John έλαβε ένα οφφίκιο, οπότε τώρα ζει στο σπίτι της εκκλησίας και πληρώνεται για τα καθήκοντά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store