benefice
Pronunciation
/bˈɛnɪfɪs/

Ορισμός και σημασία του "benefice"στα αγγλικά

01

οφέλος, εκκλησιαστικό αξίωμα με εισόδημα

an endowed church office giving income to its holder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
benefices
to benefice
01

ωφελούμαι, λαμβάνω ένα οφφίκιο

a job in the Church that comes with property and money in exchange for looking after the people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
benefice
γ΄ ενικό πρόσωπο
benefices
ενεστώτα μετοχή
beneficing
απλός αόριστος
beneficed
παθητική μετοχή
beneficed
Παραδείγματα
When the rector retired, his benefice was offered to a young priest from another town.
Όταν ο πρύτανης συνταξιοδοτήθηκε, το οφφίκιο του προσφέρθηκε σε έναν νέο ιερέα από άλλη πόλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store