Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to splotch
01
κηλιδώνω, λερώνω
to mark something with irregular spots
Transitive: to splotch a surface or fabric
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
splotch
γ΄ ενικό πρόσωπο
splotches
ενεστώτα μετοχή
splotching
απλός αόριστος
splotched
παθητική μετοχή
splotched
Παραδείγματα
Raindrops splotched the freshly painted fence, leaving streaks of gray.
Οι σταγόνες βροχής κηλίδωσαν το πρόσφατα βαμμένο φράχτη, αφήνοντας γκριζωπές ραβδώσεις.
Splotch
01
κηλίδα, στιγμή
an irregularly shaped spot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
splotches
Λεξικό Δέντρο
splotched
splotch



























