to splotch
Pronunciation
/splˈɑːtʃ/

Ορισμός και σημασία του "splotch"στα αγγλικά

to splotch
01

κηλιδώνω, λερώνω

to mark something with irregular spots
Transitive: to splotch a surface or fabric
to splotch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
splotch
γ΄ ενικό πρόσωπο
splotches
ενεστώτα μετοχή
splotching
απλός αόριστος
splotched
παθητική μετοχή
splotched
Παραδείγματα
Raindrops splotched the freshly painted fence, leaving streaks of gray.
Οι σταγόνες βροχής κηλίδωσαν το πρόσφατα βαμμένο φράχτη, αφήνοντας γκριζωπές ραβδώσεις.
01

κηλίδα, στιγμή

an irregularly shaped spot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
splotches

Λεξικό Δέντρο

splotched
splotch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store