Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to split up
01
χωρίζω, διαχωρίζω
to separate something into smaller components
Transitive: to split up sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
split
ενεστώτας
split up
γ΄ ενικό πρόσωπο
splits up
ενεστώτα μετοχή
splitting up
απλός αόριστος
split up
παθητική μετοχή
split up
Παραδείγματα
The team decided to split up the tasks to finish the project more efficiently.
Η ομάδα αποφάσισε να χωρίσει τις εργασίες για να ολοκληρώσει το έργο πιο αποτελεσματικά.
02
χωρίζω, διαζευγνύω
to end a romantic relationship or marriage
Intransitive
Παραδείγματα
They tried to make it work, but eventually, they had to split up to find happiness independently.
Προσπάθησαν να το κάνουν να λειτουργήσει, αλλά τελικά, έπρεπε να χωρίσουν για να βρουν την ευτυχία ανεξάρτητα.
03
διαιρούμαι, θρυμματίζομαι
to become divided into smaller parts or pieces
Intransitive
Παραδείγματα
Over time, the rock near the riverbank began to split up into smaller fragments due to erosion.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο βράχος κοντά στην όχθη του ποταμού άρχισε να διασπάται σε μικρότερα θραύσματα λόγω της διάβρωσης.
04
χωρίζω, διασπώμαι
to go into different paths or directions
Intransitive
Παραδείγματα
After the trip, the group of friends had to split up and return to their respective homes.
Μετά το ταξίδι, η ομάδα των φίλων έπρεπε να χωριστεί και να επιστρέψει στα αντίστοιχα σπίτια τους.
Split up
01
διαχωρισμός μετοχών, κατανομή μετοχών
an increase in the number of outstanding shares of a corporation without changing the shareholders' equity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
split-ups



























