spelt
spelt
spɛlt
spelt
spentsmelt

Ορισμός και σημασία του "spelt"στα αγγλικά

01

σπέλτα, σιτάρι σπέλτα

an ancient grain with a mild, nutty flavor and a chewy texture 
spelt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spelts
Παραδείγματα
As they hosted a brunch party, they served spelt muffins. 

Καθώς φιλοξενούσαν ένα πάρτι brunch, σέρβιραν μάφιν από σπέλτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store