Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spectral
01
φασματικός, σχετικός με το φάσμα
of or relating to a spectrum
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physics, optics, science
02
φαντασματικός, μακάβριος
having a ghostly or eerie quality
Παραδείγματα
The abandoned mansion had a spectral ambiance that made it seem haunted.
Το εγκαταλειμμένο αρχοντικό είχε μια φαντασματική ατμόσφαιρα που το έκανε να φαίνεται στοιχειωμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
spectral
spect



























