Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Specula
01
διευρυντήρας, κολπικός διαστολέας
a medical instrument used during the internal genitalia examination to dilate the opening of a body cavity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
specula



























