Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Speculator
01
κερδοσκόπος, σπεκουλάτορας
a person who takes financial risks for potential profits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
speculators
02
κερδοσκόπος, πρόσωπο που κερδοσκοπεί
a person who forms an opinion without enough or solid evidence
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
speculator
speculate
specul



























