speculator
spec
ˈspɛk
spek
u
la
leɪ
lei
tor
spectator

Ορισμός και σημασία του "speculator"στα αγγλικά

01

κερδοσκόπος, σπεκουλάτορας

a person who takes financial risks for potential profits 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
speculators
02

κερδοσκόπος, πρόσωπο που κερδοσκοπεί

a person who forms an opinion without enough or solid evidence 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store