Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spectral
01
φασματικός, σχετικός με το φάσμα
of or relating to a spectrum
02
φαντασματικός, μακάβριος
having a ghostly or eerie quality
Παραδείγματα
The spectral glow of the lanterns in the misty field gave the scene an otherworldly quality.
Η φαντασματική λάμψη των φαναριών στο ομιχλώδες πεδίο έδωσε στη σκηνή μια υπερκόσμια ποιότητα.
Λεξικό Δέντρο
spectral
spect



























