spectral
Pronunciation
/ˈspɛktɹəɫ/

Ορισμός και σημασία του "spectral"στα αγγλικά

01

φασματικός, σχετικός με το φάσμα

of or relating to a spectrum
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

φαντασματικός, μακάβριος

having a ghostly or eerie quality
Παραδείγματα
The spectral glow of the lanterns in the misty field gave the scene an otherworldly quality.
Η φαντασματική λάμψη των φαναριών στο ομιχλώδες πεδίο έδωσε στη σκηνή μια υπερκόσμια ποιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store