Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soothing
01
καταπραϋντικός, χαλαρωτικός
providing a calming or comforting sensation that helps to relieve or lessen pain or discomfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soothing
συγκριτικός βαθμός
more soothing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sipping on a warm cup of herbal tea had a soothing effect on her upset stomach.
Το σιγοποτό μιας ζεστής κούπας βότανο τσάι είχε ένα καταπραϋντικό αποτέλεσμα στο αναστατωμένο στομάχι της.
Λεξικό Δέντρο
soothingly
soothing



























